NEA: Τίποτα προς το παρόν...

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Μία συγκινητική χριστουγεννιάτικη ιστορία -- μέρος 1ο (guest star: Θέμης)

του Θέμη

«Πότε θα στολίσουμε το δέντρο;» ρώτησε ο Κώστας.

«Δεν ξέρω», απάντησε η μεγάλη του αδερφή κοιτάζοντας από το παράθυρο, σα να περίμενε κάτι που όμως δεν εμφανιζόταν.

Το μικρό αγόρι επανέλαβε την ερώτηση χωρίς να δώσει σημασία στην απάντηση της Μαρίας. Εκείνη θύμωσε, έστρεψε το κεφάλι προς το μέρος του και τον κοίταξε με δυο μάτια γεμάτα θυμό. «Όταν έρθει η μαμά! Και τώρα μη με ξαναενοχλήσεις», είπε με επιτακτικό τόνο.       

    Ωστόσο ο Κώστας δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι να επιστρέψει η Άννα. Άλλωστε η μητέρα τους  πάντα αργούσε να γυρίσει από τη δουλειά της. Έτσι, άνοιξε το ντουλάπι όπου φύλαγαν τα στολίδια, κατέβηκε στο υπόγειο να βρει το δέντρο και, ύστερα από μία ώρα ένα ψηλό έλατο δέσποζε στη γωνιά του καθιστικού, γεμίζοντας με ζωηρά χρώματα το άλλοτε σκοτεινό δωμάτιο.

    Τα δυο αδέρφια είχαν πια συνηθίσει να μένουν μόνα τους στο σπίτι. Μετά το ατύχημα του πατέρα, η Άννα έλειπε όλο και περισσότερες ώρες από κοντά τους. Η αδερφή του Κώστα, η Μαρία, είχε αναλάβει γι’ αυτόν τον ρόλο της μητέρας. Αν και ήταν μόλις 14 χρονών οι συνθήκες την είχαν αναγκάσει να ωριμάσει απότομα. Αλλά και ο Κώστας είχε αλλάξει. Δεν ήταν ίδιος με το παιδί πριν μισό χρόνο, πριν την απουσία του πατέρα. Από τότε, το αγόρι βοηθούσε όσο μπορούσε στις δουλειές του σπιτιού. Καταλάβαινε τη συμπεριφορά της μάνας, η οποία προσπαθούσε ολομόναχη να τους προσφέρει ό, τι ήταν δυνατό, προκειμένου να έχουν μια ζωή χωρίς δυσκολίες. Γι’ αυτό, δε θύμωνε όταν εκείνη τον μάλωνε, αλλά αντίθετα, ήλπιζε πως τα πράγματα θα βελτιωθούν για όλη την οικογένεια.

    Ήταν απόγευμα, περασμένες έξι όταν ακούστηκε ο ήχος των κλειδιών στην πόρτα, η οποία άνοιξε διάπλατα, αποκαλύπτοντας μια γυναίκα με όμορφα ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια. Διέθετε όμορφα χαρακτηριστικά, αλλά έδειχνε φοβερά ταλαιπωρημένη. Στο πρόσωπό της ήταν ζωγραφισμένα όλα τα βάσανα και οι στεναχώριες που είχε περάσει, τα οποία γέμιζαν την ψυχή της με πικρία και παράπονο.

    Τα παιδιά έτρεξαν να την ανταμώσουν. «Μαμά, μαμά θα με βοηθήσεις να στολίσουμε το υπόλοιπο σπίτι;» ρώτησε γεμάτος χαρά ο μικρός της γιος, χαρίζοντάς της ένα μεγάλο χαμόγελο.

«Όχι τώρα αγάπη μου. Είμαι κουρασμένη. Στο ζαχαροπλαστείο είχαμε πολλή δουλειά. Ίσως, μάλιστα, χρειαστεί να ξαναπάω το βραδάκι. Άσε με να ξεκουραστώ λίγο και σου υπόσχομαι ότι αύριο πρωί-πρωί θα ντύσουμε το σπίτι μας στα γιορτινά.»

«Αφού ποτέ δεν τηρείς τις υποσχέσεις σου», ακούστηκε η φωνή της κόρης της. «Όλη μέρα λείπεις και κάθε φορά που έρχεσαι το μόνο που κάνεις είναι να λες πως είσαι κουρασμένη. Μας έχεις ξεχάσει μαμά…»

«Αυτό να μην το ξαναπείς!» μίλησε απότομα η Άννα. «Δουλεύω μέρα νύχτα για να έχετε εσείς τα ρούχα και τα παιχνίδια που θέλετε. Όλα αυτά τα κάνω για να είστε εσείς καλά. Παλεύω μόνη μου να συντηρήσω την οικογένεια! Προσπαθώ μόνη μου να σταθώ και σαν μάνα και σαν πατέρας!» φώναξε.

Ο Κώστας γύρισε προς το μέρος της αδερφής του, κοιτάζοντάς την με μάτια που παρακαλούσαν να σταματήσει. Όμως η κόρη είχε βγει εκτός ελέγχου.  «Εγώ δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση! Θέλω να βγω έξω, να παίξω, να δω τους φίλους μου. Ο Κώστας στόλισε μόνος του το δέντρο κι εσύ ούτε που το πρόσεξες! Βαρέθηκα να κοιτάζω από το παράθυρο κι εσύ να μην φαίνεσαι πουθενά. Βαρέθηκα να είμαι μεγάλη! Θέλω να ζήσω! Θέλω να διασκεδάσω! Εσύ δεν είσαι μάνα….», ούρλιαζε τονίζοντας τις τελευταίες λέξεις. Τα λόγια της έμοιαζαν σα μαχαίρια που έσκιζαν την καρδιά της Άννας. Η Μαρία την κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο μίσος. Η μητέρα της τα ‘χασε. Τα μάτια της βούρκωσαν και χωρίς να καταλαβαίνει τι έκανε, σαν υπνωτισμένη, άνοιξε την πόρτα του και έφυγε τρέχοντας, αφήνοντας πίσω της τα δυο παιδιά...  

Η συνέχεια της ιστορίας εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου