NEA: Τίποτα προς το παρόν...

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Μία ερωτική ιστορία με φόντο την πραγματικότητα...

του Ψηλόκαρδου Ντενεκέ





Και οι δυο τους μαθητές λυκείου. Στην ίδια τάξη.

Εκείνος δίνει την εικόνα αλήτη, χωρίς απαραίτητα να του ταιριάζει ο χαρακτηρισμός αυτός. Όχι εντελώς τουλάχιστον. Μαθητής του 15-16, είναι από τους πρώτους που θα σπεύσουν να κλείσουν το σχολείο για κατάληψη και που θα βγουν μπροστά σε καθηγητές και γονείς να υποστηρίξουν με πάθος τα αιτήματά τους. Έντονα πολιτικοποιημένος, χαρακτηρίζεται από έκδηλη αντιδραστικότητα. Χωρίς να πτοείται από τις αντιρρήσεις των γονιών του και τους τσακωμούς που κοντεύουν να γίνουν ρουτίνα, κατεβαίνει όσο συχνότερα μπορεί σε πορείες για να διεκδικήσει ένα καλύτερο αύριο.
Εκείνη, μαθήτρια του 18-19, εκ πρώτης όψεως θα χαρακτηριζόταν ως μία γλυκιά, σοβαρή και ώριμη κοπέλα. Έχει θέσει στόχους για το μέλλον της, τους οποίους θέλει στ’ αλήθεια να πραγματοποιήσει. Ευαισθητοποιημένη, σχετικά πολιτικοποιημένη κι αυτή, εντούτοις κατά των καταλήψεων και των πορειών. Θέλει κι η ίδια να παλέψει για το μέλλον της και προσπαθεί να βρει κάποιον τρόπο πιο αποτελεσματικό για να το πετύχει. Πιστεύει ότι η ίδια και οι συνομήλικοί της δεν είναι αρκετά ώριμοι για να δίνουν το παρόν σε πορείες και με αυτόν τον τρόπο ρισκάρουν τη σωματική ακεραιότητά τους δίχως ουσιαστικό λόγο.  Για τις καταλήψεις θεωρεί ότι αποτελούν απλώς χάσιμο μαθήματος, το οποίο βρίσκει πολύτιμο.
Οι δύο έφηβοι είναι ερωτευμένοι.
Κανείς από τους δύο όμως δεν τολμά ούτε να το παραδεχτεί, ούτε να κάνει οποιαδήποτε κίνηση. Όσο ερωτευμένος είναι ο ένας με τον άλλον, άλλο τόσο τον μισεί. Οι ιδεολογικές τους διαφορές τούς οδηγούν συνεχώς σε συγκρούσεις, με αποτέλεσμα να μην μπορούν σχεδόν ούτε παρέα να κάνουν μεταξύ τους.
Καθώς όμως το σπίτι εκείνης βρίσκεται σε σημείο από το οποίο εκείνος περνά καθημερινά, ακόμα κι αν προσπαθεί για το αντίθετο, δεν μπορεί να σταματήσει να την σκέφτεται.
Κατά τη διάρκεια της κατάληψης, παρατηρείται το φαινόμενο να συζητάνε τα παιδιά από μόνα τους για θέματα πολιτικά, χωρίς να τους το έχει επιβάλλει κάποιος, να βρίσκει ο καθένας δικά του επιχειρήματα, να διαμορφώνει δική του άποψη. Όλοι συζητάνε με όλους για φλέγοντα ζητήματα όπως η κατάσταση στην Ελλάδα και, φυσικά, τα περί της κατάληψης. Αν πρέπει να συνεχιστεί, αν υπάρχει λόγος που γίνεται κλπ.
Έτσι, αναπόφευκτα παρατηρούνται συγκρούσεις ανάμεσα στους ΥΠΕΡ και τους ΚΑΤΑ.
Μα καμία άλλη τέτοια σύγκρουση δεν έχει το συναισθηματικό υπόβαθρο εκείνης των δύο πρωταγωνιστών. Η διαφωνία τους εξελίσσεται σε τσακωμό, κατά τον οποίο κι οι δύο καταπιέζονται συναισθηματικά, στεναχωριούνται, μισιούνται ακόμα περισσότερο, μα προσπαθούν μανιασμένα να πείσουν ο ένας τον άλλον. Οι γνώμες όμως είναι σαν τις πρόκες: Όσο πιο πολύ τις χτυπάνε τόσο πιο βαθιά μπαίνουν.
Όταν θα μείνουν πάλι μόνοι τους, το μόνο πράγμα που θα έχουν καρφωμένο στο μυαλό τους θα είναι ο ένας τον άλλον. Η συναισθηματική πίεση θα τους έχει εξουθενώσει. Μα εξακολουθούν να παραμένουν κλειδωμένοι ο ένας στο μυαλό του άλλου. Συνεχώς…
Μία από τις επόμενες ημέρες οργανώνεται πορεία στο κέντρο. Εκείνος δεν πρόκειται να χάσει την ευκαιρία. Αν και τσακώνεται πάλι με εκείνη, η οποία επιχειρεί με όλη της τη «δύναμη» να τον πείσει να μην πάει, δεν θα αλλάξει γνώμη.
Μα τα πράγματα στην πορεία είναι όντως επικίνδυνα. Οι αστυνομικοί δεν κάνουν πίσω. Εκείνος, όπως και ο κολλητός του, όπως και πολλοί άλλοι παρευρισκόμενοι, σε μία στιγμή ανεξέλεγκτου πανικού, πέφτει θύμα σύντομου ξυλοδαρμού από αστυνομικό. Θα καταφέρει να ξεφύγει μα μέσα στον πανικό θα απομακρυνθεί από την παρέα του. Θα τρέξει πληγωμένος μέχρι το κοντινότερο σε λειτουργία μετρό και θα γυρίσει πίσω.
Και τότε του έρχεται μία ιδέα. Δεν παίρνει τηλέφωνο γονείς να περάσουν να τον πάρουν και να τον οδηγήσουν σπίτι. Θα πάει με τα πόδια. Και όπως κάθε φορά που πάει με τα πόδια, θα περάσει έξω από το σπίτι της. Με την ευκαιρία, υποτίθεται, λοιπόν, ότι περνά από το σπίτι της, θα της χτυπήσει το κουδούνι. Θα καταφύγει σε αυτήν αντί να πάει σπίτι του. Θα κάνει, ενδεχομένως, ένα επιπόλαιο πρώτο βήμα. Πληγωμένος και εξαντλημένος, μόλις εκείνη ανοίξει την πόρτα, θα πέσει στην αγκαλιά της. Εκείνη θα τον βάλει μέσα, θα τον ξαπλώσει στον καναπέ και θα τον φροντίσει όπως μπορεί, μιλώντας στο τηλέφωνο με τους γονείς της για να τους ρωτήσει τι ακριβώς να κάνει.
Όση ώρα εκείνη προσπαθεί να του φροντίσει τα τραύματα, κανείς από τους δύο δεν μιλάει. Δεν υπάρχει κάτι να ειπωθεί. Αν μιλούσαν μάλλον θα τσακωνόντουσαν. Επομένως και οι δύο προτιμούν να παραμείνουν σιωπηλοί. Δεν είναι αμηχανία. Είναι βαθιά απόλαυση της μοναδικής ευκαιρίας που τους δίνεται να έρθουν κατά ελάχιστο πιο κοντά.  Η στενάχωρη εικόνα κρύβει μέσα της ευτυχία!
Εκείνος δεν καταφέρνει να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά από την κούραση και, όσο κοιμάται, εκείνη απλώς κάθεται δίπλα του και τον παρακολουθεί.
Μα οι ευχάριστες στιγμές θα τελειώσουν μετά από  λίγο. Οι γονείς του έρχονται και τον παίρνουν και το όνειρο έχει ήδη τελειώσει και δεν πρόκειται πλέον να επανέλθει ποτέ. Το ιδεολογικό χάσμα μεταξύ των δύο νέων έχει μεγαλώσει κι άλλο, μιας και εκείνος μετά από την τραυματική εμπειρία του πρόκειται να φανατιστεί, ενώ εκείνη βλέπει το ίδιο γεγονός ως επιβεβαίωση των όσων υποστήριζε προηγουμένως.
Έτσι, παρόλο που ο έρωτάς των δύο εφήβων δεν σβήνει, οι ελπίδες του τελειώνουν με το τέλος εκείνης της συνάντησης.
Κι όμως όση ώρα παρέμειναν μαζί, ολοκλήρωσαν μία εξαιρετικά σύντομη, υποτονική φαινομενικά, μα στην πραγματικότητα φοβερά δυνατή σχέση. Σχέση απόστασης και σιωπής. Γιατί ο αέρας γύρω τους ήταν πλημμυρισμένος από έρωτα…

3 σχόλια: